ΕΛΣΤΑΤ: Στο «φάσμα» της φτώχειας 2,8 εκατομμύρια Έλληνες – Αύξηση σοκ το 2025
Το ποσοστό ανήλθε στο 27,5% του συνολικού πληθυσμού, που αντιστοιχεί σε περίπου 2,8 εκατομμύρια άτομα.
Αύξηση καταγράφηκε το 2025 στο ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών.
Το ποσοστό ανήλθε στο 27,5% του συνολικού πληθυσμού, που αντιστοιχεί σε περίπου 2,8 εκατομμύρια άτομα, σημειώνοντας άνοδο κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η αύξηση αποδίδεται κυρίως στη διεύρυνση της υλικής και κοινωνικής στέρησης, η οποία έφτασε το 14,9% από 14,0% το 2024. Παράλληλα, υψηλότερα ποσοστά κινδύνου καταγράφονται στα παιδιά έως 17 ετών, όπου το ποσοστό διαμορφώθηκε στο 29,6%.
Ο δείκτης κινδύνου φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις παρέμεινε σταθερός στο 19,6%, ενώ το κατώφλι φτώχειας ορίστηκε στα 7.020 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό. Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας υπολογίζονται σε 896 χιλιάδες, με τα μέλη τους να ανέρχονται σε περίπου 2 εκατομμύρια άτομα.
Σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται ανά τύπο νοικοκυριού, με τα μονογονεϊκά να εμφανίζουν ποσοστό κινδύνου 36,1%, ενώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και ένα παιδί το ποσοστό περιορίζεται στο 22,1%.
Το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε, φτάνοντας τα 21.724 ευρώ, ενώ το μέσο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήλθε σε 13.381 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 8% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι, παρά τη βελτίωση των εισοδημάτων, ο κίνδυνος φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με έντονες ανισότητες μεταξύ κοινωνικών ομάδων και τύπων νοικοκυριών.
Ο κίνδυνος φτώχειας για τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση ανέρχεται σε 9,1%, ενώ για τους εργαζομένους με μερική απασχόληση ανέρχεται σε 21,4%.
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας πριν από όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (δηλαδή μη συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών επιδομάτων και των συντάξεων στο συνολικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών) ανέρχεται σε 43,9%, ενώ, όταν περιλαμβάνονται μόνο οι συντάξεις και όχι τα κοινωνικά επιδόματα, μειώνεται στο 23,2%.
Αναφορικά με τα κοινωνικά επιδόματα, επισημαίνεται ότι αυτά περιλαμβάνουν παροχές κοινωνικής βοήθειας (όπως το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, το επίδομα στέγασης, το επίδομα θέρμανσης κ.λπ.), οικογενειακά επιδόματα (όπως επιδόματα τέκνων), καθώς και επιδόματα ή βοηθήματα ανεργίας, ασθένειας, αναπηρίας ή ανικανότητας, ή και εκπαιδευτικές παροχές.
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανέρχεται σε 19,6%, ως εκ τούτου διαπιστώνεται ότι τα κοινωνικά επιδόματα συμβάλλουν στη μείωση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας κατά 3,6 ποσοστιαίες μονάδες ενώ, εν συνεχεία, οι συντάξεις κατά 20,7 ποσοστιαίες μονάδες. Το σύνολο των κοινωνικών μεταβιβάσεων μειώνει το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας κατά 24,3 ποσοστιαίες μονάδες.


