Με μια φράση που αποτυπώνει την απόλυτη έλλειψη μεταμέλειας και έναν κυνισμό που σοκάρει, παραδόθηκε στις αστυνομικές αρχές ο 54χρονος Κωνσταντίνος Παρασύρης. Ο δράστης της δολοφονίας στην Αμμουδάρα Ηρακλείου, ο οποίος εκτέλεσε με έξι σφαίρες τον 20χρονο Νικήστρατο Γεμιστό το απόγευμα της Τρίτης (05/05) εμφανίστηκε στην αστυνομία απόλυτα συνειδητοποιημένος για την πράξη του.
Όταν οι αξιωματικοί τον ρώτησαν για ποιο λόγο αφαίρεσε τη ζωή ενός νέου ανθρώπου, εκείνος απάντησε με παγωμένο βλέμμα πως έκανε αυτό που έπρεπε, παραδίδοντας αμέσως μετά το περίστροφο του εγκλήματος.
Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας εκδίκησης
Η απόφαση για το στυγερό έγκλημα δεν φαίνεται να ήταν της στιγμής. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο 54χρονος είχε αποφασίσει να «σβήσει από τον χάρτη» τον νεαρό συντοπίτη του ήδη από τις πρώτες ημέρες μετά τον θάνατο του δικού του παιδιού.
Ο Νικήστρατος Γεμιστός ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου στο οποίο βρήκε τραγικό θάνατο ο 17χρονος γιος του δράστη πριν από περίπου τρία χρόνια. Από εκείνη τη στιγμή, ο Παρασύρης φαίνεται πως είχε μετατραπεί σε «σκιά» του 20χρονου, αναμένοντας την ευκαιρία για να πάρει την εκδίκηση που ο ίδιος θεωρούσε δικαίωμα του.
Ο σκοτεινός ρόλος της συζύγου και οι καταγγελίες για υποκίνηση
Στο επίκεντρο της αστυνομικής έρευνας βρίσκεται πλέον η 56χρονη σύζυγος του δολοφόνου, η οποία συνελήφθη για συνέργεια καθώς ήταν παρούσα στο ματωμένο περιστατικό.
Παρόλο που η ίδια ισχυρίζεται πως η συνάντησή της με τον σύζυγό της στο σημείο ήταν τυχαία και δηλώνει άγνοια για το σχέδιο δολοφονίας, οι αρχές εξετάζουν με προσοχή πληροφορίες που αναφέρουν πως η ίδια λειτουργούσε ως υποκινητής.
Οι αναλυτές της Ασφάλειας προσπαθούν να διασταυρώσουν αν η 56χρονη «φούντωνε» το μίσος του συζύγου της, ωθώντας τον να προχωρήσει στην τελική πράξη.
Η αποτυχία των ασφαλιστικών μέτρων και το ιστορικό της βίας
Η τραγωδία αυτή αναδεικνύει για ακόμη μια φορά τα κενά στην προστασία των πολιτών, καθώς ο 20χρονος είχε προσπαθήσει επανειλημμένα να προστατευτεί νομικά. Πριν από έναν χρόνο είχε καταγραφεί επεισόδιο όπου ο 54χρονος είχε ξυλοκοπήσει τον νεαρό και τον είχε απειλήσει με καραμπίνα.
Το θύμα είχε καταθέσει ασφαλιστικά μέτρα, ενώ ο δράστης είχε συλληφθεί στο παρελθόν επειδή παραβίασε την απόσταση ασφαλείας περνώντας έξω από το σπίτι του 20χρονου. Παρά τις προειδοποιήσεις και τη δικαστική εμπλοκή, ο 54χρονος κατάφερε να υλοποιήσει την απειλή του.

Η αφετηρία του κακού και το μοιραίο τροχαίο χωρίς δίπλωμα
Όλα ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2023, όταν ο Νικήστρατος Γεμιστός, ανήλικος τότε, οδηγούσε χωρίς δίπλωμα το όχημα στο οποίο επέβαινε ο 17χρονος γιος του δράστη. Το αυτοκίνητο εξετράπη της πορείας του και καρφώθηκε σε κολώνα, με αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό του συνοδηγού, ο οποίος τελικά υπέκυψε μετά από πολυήμερη νοσηλεία στην εντατική.
Λόγω των τότε διατάξεων του ΚΟΚ, ο ανήλικος οδηγός δεν αντιμετώπισε ποινή φυλάκισης για την πρόκληση του δυστυχήματος, γεγονός που φαίνεται πως πυροδότησε την οργή του πατέρα, οδηγώντας τον στην αποτρόπαιη πράξη της αυτοδικίας.
Το πανελλήνιο έχει «παγώσει» από την δολοφονία του 21χρονου Νικήτα στην Κρήτη από τον πατέρα του θύματος του τροχαίου. Οι γονείς του 17χρονου που χάθηκε στο τροχαίο εξέφραζαν ανοιχτά και με κάθε ευκαιρία την οργή τους. Ακόμη και σε στιγμές βαθιάς οδύνης, όπως στα μνημόσυνα που τελούνταν στο σημείο της σύγκρουσης, το μένος τους εναντίον του νεαρού οδηγού ήταν έκδηλο. Η κατάσταση αυτή δεν άργησε να μετατραπεί σε σωματική βία, με την πρώτη σοβαρή κλιμάκωση να σημειώνεται τα Χριστούγεννα του 2024. Τότε, ο Νικήτας, σε ηλικία 19 ετών, δέχθηκε μια δολοφονική επίθεση έξω από το σπίτι του στο Γάζι, για την οποία κατηγορήθηκε ο 54χρονος πατέρας.
Ο ίδιος ο Νικήτας είχε περιγράψει με ανατριχιαστική λεπτομέρεια εκείνο το περιστατικό, λέγοντας: «Όλα ξεκίνησαν όταν επέστρεφα στο σπίτι μου στο Γάζι, έπειτα από νυχτερινή διασκέδαση. Ενώ ανέβαινα την σκάλα του σπιτιού μου δέχτηκα ένα χτύπημα στα πόδια, από πίσω, με ξύλο. Δεν μπόρεσα να δω ποιος ήταν αυτός που με χτύπησε. Έγινε μεγάλη φασαρία και στο σημείο ήρθε ο πατέρας και η αδερφή μου κι άρχισαν να φωνάζουν. Ο δράστης έφυγε μόλις τους άκουσε».
Παρά τον αιφνιδιασμό, ο νεαρός προσπάθησε να αμυνθεί, καταδιώκοντας τον εισβολέα. «Βρήκα ένα κοντάρι και άρχισα να τον κυνηγάω. Τον πρόλαβα και τον χτύπησα και εγώ στα πλευρά και στα πόδια. Τον έριξα κάτω και μπήκα από πάνω του. Τότε, έφτασε κοντά μου και η αδερφή μου, η οποία με τράβηξε και με απομάκρυνε από τον δράστη, που βρήκε ευκαιρία να σηκωθεί και να αρχίσει και πάλι να τρέχει», είχε δηλώσει ο ίδιος.
Η καταδίωξη εκείνη παραλίγο να αποβεί μοιραία όταν ο δράστης χρησιμοποίησε πυροβόλο όπλο. Ο Νικήτας είχε καταθέσει χαρακτηριστικά: «Συνέχισα να τον κυνηγάω, αλλά εκείνος έβγαλε ένα πιστόλι που ήταν κρυμμένο κάτω από τα ρούχα του, στην περιοχή της κοιλιάς, και πυροβόλησε εναντίον μας μία φορά σε ευθεία βολή. Τρόμαξα. Τράβηξα κάτω την αδερφή μου και έπεσα από πάνω της για να την προστατεύσω». Παρά την καταγγελία, ο 54χρονος είχε αρνηθεί τα πάντα, προβάλλοντας τον δικό του πόνο ως άλλοθι: «Αφήστε με στο πένθος μου και στον πόνο μου. Αρνούμαι κάθε εμπλοκή στο επεισόδιο. Δεν είχα βγει καν από το σπίτι μου το επίμαχο βράδυ. Είχα πάει μόνο στο νεκροταφείο για να θυμιατίσω τον τάφο του παιδιού μου».
Παρόλο που στον 54χρονο είχαν επιβληθεί αυστηροί περιοριστικοί όροι, όπως η απαγόρευση προσέγγισης του θύματος και η παρουσία σε αστυνομικό τμήμα, η ένταση δεν υποχώρησε. Ακολούθησε μια σειρά από μηνύσεις και νέες καταγγελίες για επιθέσεις, χωρίς ωστόσο να υπάρξει αποτελεσματική παρέμβαση που να εγγυάται την ασφάλεια του 21χρονου. Σήμερα, η οικογένεια του θύματος κάνει λόγο για ελλιπή προστασία και σοβαρά σφάλματα των αρχών, υποστηρίζοντας ότι ο θάνατος του Νικήτα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν είχαν ληφθεί πιο δραστικά μέτρα απέναντι σε μια συμπεριφορά που έδειχνε ξεκάθαρα τις δολοφονικές της προθέσεις.
Η αδερφή του θύματος περιγράφει στο Mega τη δική της εμπειρία από την επίθεση του 2024:
«Μου είχε κάνει μήνυση για ψευδή κατηγορία. Όταν έκανε την επίθεση να τον σκοτώσει κάτω από το σπίτι μας, μου έκανε μήνυση ότι τον κατήγγειλα, λέει, και δεν ήταν αυτός. Προφανώς και τον είδα. Τετ-α-τετ ήρθαμε πριν βγάλει το όπλο να πυροβολήσει. Μπροστά ήμουν και έπεσε ο αδερφός μου πάνω μου. Όταν είχε ρίξει τον αδερφό μου κάτω, όταν έκανε την επίθεση στο σπίτι μας, όταν βγήκα έξω, γιατί εγώ βγήκα και κυνήγησα τον αδερφό μου και τον σταμάτησα, που τον είχε κάτω και τον έδερνε και έτρεξε αυτός να φύγει, εγώ αυτόν πήρα κυνήγι. Απλά σταμάτησε απέναντί μου και με κοιτούσε και τον κοιτούσα και μετά έβγαλε το όπλο και έπεσε ο αδερφός μου πάνω μου. Το όπλο το έβγαλε από το τσαντάκι που φορούσε στη μέση του. Το ξύλο το βρήκε στο χωράφι μας. Δεν ξέρουμε αν ήταν ξύλο, μας είπαν ότι ήταν σίδερο. Δεν μας τα λέγαν όλα οι γονείς μας, γιατί εγώ δεν μένω εκεί. Δεν μένω εκεί, δεν ξέρω από πότε απειλούσε. Δεν μας τα λέγαν οι γονείς μας».


