Σκηνές που ράγισαν καρδιές εκτυλίχθηκαν σήμερα στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος, στο τελευταίο αντίο της Γωγώς Μαστροκώστα.Μέσα σε μια εκκλησία βυθισμένη στο πένθος, ο Τραϊανός Δέλλας αποχαιρέτησε τη γυναίκα της ζωής του με λόγια που συγκλόνισαν το πανελλήνιο και με μια κίνηση που έκανε ακόμη και τους πιο δυνατούς να λυγίσουν.
Λίγο πριν ολοκληρωθεί η εξόδιος ακολουθία, ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής πλησίασε αργά το λευκό φέρετρο της αγαπημένης του. Με μάτια βουρκωμένα και εμφανώς καταρρακωμένος από τον πόνο, έσκυψε πάνω από τη σορό της και της χάρισε ένα τελευταίο φιλί.
Ένα φιλί αποχαιρετισμού.Ένα φιλί γεμάτο αγάπη, ευγνωμοσύνη και πόνο για όλα όσα έζησαν μαζί. Για λίγα δευτερόλεπτα ο χρόνος μέσα στην εκκλησία έμοιαζε να έχει παγώσει. Κανείς δεν μιλούσε. Μόνο λυγμοί ακούγονταν από ανθρώπους που δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους βλέποντας έναν άντρα να αποχαιρετά τον μεγάλο έρωτα της ζωής του.
Ο συγκλονιστικός επικήδειος
Λίγη ώρα νωρίτερα, ο Τραϊανός Δέλλας είχε εκφωνήσει έναν από τους πιο σπαρακτικούς επικήδειους που έχουν ακουστεί ποτέ σε κηδεία δημόσιου προσώπου.
Με τρεμάμενη φωνή μίλησε για τη γυναίκα που αποκαλούσε «μωρό» του από την πρώτη ημέρα που τη γνώρισε.
«Τις περισσότερες φορές σε φώναζα “μωρό μου” γιατί, από τη μέρα που σε γνώρισα, το μόνο που ήθελα ήταν να σε προσέχω, να σε φροντίζω και να σε προστατεύω. Όπως κάνουν στα μωρά».
Ο ίδιος περιέγραψε πως αυτή η ανάγκη να τη φροντίζει έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν απέκτησαν την κόρη τους, Βικτώρια Δέλλα.
«Και η ανάγκη μου αυτή έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν έφερες στον κόσμο το δικό μας μωρό, την Βικτώρια και έτσι είχα δυο μωρά να προσέχω. Κάθε ένα ήθελε τη δική του φροντίδα αλλά και όλα τα αποθέματα αγάπης που ‘χα για εσάς».
Τα λόγια του έκαναν ολόκληρη την εκκλησία να δακρύσει.
Ο Τραϊανός Δέλλας μίλησε για τη ζωή που έχτισαν μαζί, για τις δυσκολίες που πέρασαν χέρι-χέρι και για την υπόσχεση που της είχε δώσει πως δεν θα την αφήσει ποτέ μόνη.
«Όλα αυτά τα χρόνια ζούσα μια ζωή όπως την φανταζόμουν, παρά τις δυσκολίες που συναντήσαμε στο δρόμο μας, ήμασταν μαζί κρατώντας ο ένας τον άλλον. Στα εύκολα, στα δύσκολα και στα πολύ δύσκολα δεν σε εγκατέλειψα ποτέ. Ούτε στιγμή. Πάντα είσαι στο μυαλό μου και πάντα η προτεραιότητα μου, γιατί είσαι το μωρό μου».
Η πιο συγκλονιστική στιγμή ήρθε όταν περιέγραψε τη μάχη που έδωσαν μαζί απέναντι στην ασθένεια.
«Αγάπη μου, άγγελε μου, κάθε φορά που έπρεπε να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα υγείας σου έλεγα “μη φοβάσαι, θα πάρω μια βαθιά ανάσα, θα βουτήξουμε και θα ξαναβγούμε στην επιφάνεια”. Και βγήκαμε όλες τις φορές, απλά αυτή τη φορά κολυμπούσαμε σε ωκεανό».
Και συνέχισε, με τη φωνή του να «σπάει» από τον λυγμό:«Και πάλι σου είπα όμως “μη φοβάσαι, είμαι δίπλα σου, εσύ μόνο κολύμπα” και το έκανες. Όμως τα κύματα που μας χτυπούσαν ήταν κάθε φορά και πιο δυνατά και στο τελευταίο σ’ έχασα από δίπλα μου».
Στο τέλος του επικήδειου, κοιτώντας το λευκό φέρετρο της γυναίκας που αγάπησε όσο τίποτα άλλο στη ζωή του, της είπε το τελευταίο του αντίο:
«Ξεκουράσου αγάπη μου γιατί κουράστηκες πάρα πολύ και πέτα. Πέτα ψηλά, μακριά από κάθε ασθένεια, μακριά από κάθε φθόνο, μακριά από κάθε μικρότητα αυτού του κόσμου. Αλλά, όπου και να είσαι, να ξέρεις πως η αγάπη όλων μας θα σε φτάνει».


