Εξελίξεις με την δολοφονία στους Αμπελόκηπους. Σε ποινή ισόβιας κάθειρξης καταδικάστηκε από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας ο 39χρονος οικοδόμος αλβανικής καταγωγής, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για την άγρια δολοφονία της 32χρονης συζύγου του και μητέρας των παιδιών τους. Η δικαστική απόφαση, η οποία εκδόθηκε μέσα σε κλίμα έντονης συναισθηματικής φόρτισης, επισφράγισε μια από τις πιο στυγερές υποθέσεις εγκλήματος που απασχόλησαν την κοινή γνώμη. Εκτός από την ποινή των ισοβίων για το κακουργηματικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας, το δικαστήριο επέβαλε επιπλέον στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δύο ετών και έξι μηνών, η οποία αφορά τις πλημμεληματικές κατηγορίες της οπλοφορίας και της οπλοχρησίας.
Τα γεγονότα που ξετυλίχθηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας συγκλόνισαν το ακροατήριο, καθώς αναδείχθηκαν οι λεπτομέρειες της μοιραίας νύχτας του Νοεμβρίου του 2024. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της δικογραφίας, ο 39χρονος επιτέθηκε αρχικά στη σύζυγό του καταφέρνοντάς της αλλεπάλληλα χτυπήματα με ένα σφυρί. Στη συνέχεια, προκειμένου να βεβεαιωθεί για το αποτέλεσμα της πράξης του, τύλιξε το καλώδιο ενός φορτιστή γύρω από τον λαιμό της, προκαλώντας τον στραγγαλισμό της. Μετά την ολοκλήρωση του εγκλήματος, ο δράστης μετέφερε τη σορό της άτυχης γυναίκας στο πατάρι του σπιτιού τους, όπου την έκρυψε επιμελώς.
Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου τις επόμενες ημέρες υπήρξε, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ενδεικτική της ψυχραιμίας του. Για μία ολόκληρη εβδομάδα, η σορός της 32χρονης παρέμενε κρυμμένη στο πατάρι, ενώ ο ίδιος συνέχιζε κανονικά τη ζωή του, προσποιούμενος στους συγγενείς, τους φίλους και τους γνωστούς του ζευγαριού ότι η σύζυγός του ήταν ζωντανή. Μάλιστα, υποστήριζε ψευδώς ότι η γυναίκα είχε αναχωρήσει ξαφνικά για το εξωτερικό με σκοπό να αναζητήσει εργασία. Το θέατρο αυτό έληξε μετά από πέντε ημέρες, όταν ο ίδιος, κάτω από το βάρος των περιστάσεων, αποφάσισε να τηλεφωνήσει στις αστυνομικές αρχές και να ομολογήσει την πράξη του.

Το δικαστήριο, αξιολογώντας το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κήρυξε κατά πλειοψηφία με ψήφους έξι έναντι μίας ένοχο τον 39χρονο για ανθρωποκτονία από δόλο, τελεσθείσα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Παράλληλα, οι δικαστές και οι ένορκοι απέρριψαν ομόφωνα όλα τα ελαφρυντικά που ζήτησε η υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Καθοριστική για την εξέλιξη της δίκης ήταν η πρόταση του εισαγγελέα της έδρας, ο οποίος ζήτησε την ενοχή του 39χρονου, χαρακτηρίζοντάς τον ως έναν άνθρωπο απολύτως αμετανόητο που δεν συνειδητοποίησε το μέγεθος της πράξης του.
Ο εισαγγελικός λειτουργός απέρριψε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του δράστη ότι βρισκόταν σε καθεστώς βρασμού ψυχικής ορμής κατά τη διάρκεια του εγκλήματος. Στην αγόρευσή του, τόνισε ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε μια τερατώδη ψυχική ηρεμία, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι τύλιξε τη σορό με οκτώ στρώσεις υλικών και την τοποθέτησε προσεκτικά στο πατάρι μαζί με το όπλο του εγκλήματος. Κατά τον εισαγγελέα, ο δράστης είχε καταστρώσει ένα οργανωμένο σχέδιο για να εμφανίζει τη γυναίκα του ως ζωντανή και πιθανότατα αναζητούσε τρόπο να εξαφανίσει τη σορό, χωρίς τελικά να τα καταφέρει. Το γεγονός ότι το πρώτο πλήγμα με το σφυρί ήταν καίριο και δεν άφησε στο θύμα περιθώριο να αντιδράσει ή να καλέσει σε βοήθεια, ενίσχυσε την άποψη ότι το έγκλημα ήταν προμελετημένο. Ο εισαγγελέας κατέληξε αναφέροντας ότι η συγγνώμη του 39χρονου ήταν προσχηματική, η ομολογία του κυνική, και ότι το μόνο που τον ενδιέφερε πραγματικά ήταν η δική του θέση και τα παιδιά του, καθώς αν ενδιαφερόταν για τη σύζυγό του, θα είχε καλέσει αμέσως ιατρική βοήθεια.


