Η τουρκική λίρα βρίσκεται σε περιδίνηση, καταρρέοντας έναντι του δολαρίου.

Στις ασιατικές αγορές το πρωί της Δευτέρας το τουρκικό νόμισμα κατρακύλησε σε νέο ιστορικό χαμηλό, το τέταρτο σε διάστημα μίας εβδομάδας, με ένα δολάριο να αναλογεί σε 7,23 λίρες. Πριν από πέντε χρόνια η ισοτιμία ήταν ένα προς δύο.

Η τουρκική κυβέρνηση και η Κεντρική Τράπεζα έχουν προσπαθήσει να καθησυχάσουν τις αγορές, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, ενώ ο πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν επιμένει σε καταγγελίες ότι η Τουρκία είναι στόχος «οικονομικού πολέμου» με όργανο τις αγορές συναλλάγματος.

Ιδού μια γρήγορη ματιά σε κυριότερα ερωτήματα πίσω από την απότομη αποδυνάμωση του τουρκικού νομίσματος.

Γιατί η λίρα είναι τόσο αδύναμη;

Η τουρκική οικονομία αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια, εν πολλοίς χάρη στην τεράστια εισροή επενδύσεων από το εξωτερικό. Παράλληλα, η τουρκική οικονομία εισάγει περισσότερα από όσα εξάγει ώστε να στηρίξει την δραστηριότητα της.

Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων παραδοσιακά αποδυναμώνει το εθνικό νόμισμα, με το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών να ανέρχεται σε 31,25 δισεκατομμύρια δολάρια το πρώτο εξάμηνο του έτους, σχεδόν 10 δισεκ. χειρότερα από το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι.

Η ροή χρήματος προς την Τουρκία οφειλόταν εν μέρει στην ποσοτική χαλάρωση που ακολουθούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η ευρωζώνη, που εξώθησε επενδυτές να αναζητήσουν μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους σε αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Ωστόσο, καθώς η αμερικανική Fed και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα «σφίγγουν» την νομισματική πολιτική τους, τα ποσά που χρειάζεται η Άγκυρα ώστε να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της θα γίνουν πιο δυσεύρετα. Οι επενδυτές θα προτιμούν ασφαλέστερα και πλέον κερδοφόρα περιουσιακά στοιχεία στην Δύση.

Υπό την σκιά όλων αυτών των παραγόντων η αποδυνάμωση της λίρας έχει αρχίσει από τις αρχές του έτους. Βλέποντας την λίρα να πέφτει, πολλοί ξένοι επενδυτές αποφάσισαν να αποσύρουν τα χρήματά τους από τουρκικές μετοχές ή ομόλογα καθώς η αξία τους σε δολάρια συρρικνωνόταν. Αυτό δημιουργεί έναν αυτοτροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο αποδυνάμωσης και πώλησης του τουρκικού νομίσματος.

Και η κόντρα με τις Ηνωμένες Πολιτείες;

Η αντιπαράθεση της Άγκυρας με την Ουάσιγκτον, τον σημαντικότερο σύμμαχό της τα τελευταία 60 χρόνια, φαντάζει να είναι η «σκανδάλη» που οδήγησε στην απότομη «βουτιά» της λίρας τις τελευταίες δύο εβδομάδες.

Την στις αρχές Αυγούστου οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις σε δύο υπουργούς της τουρκικής κυβέρνησης με αφορμή την 22μηνη κράτηση του αμερικανού πάστορα Άντριου Μπράνσον, προκαλώντας έντονες ανησυχίες στις αγορές για την προοπτική της διμερούς σχέσης.

Την περασμένη Παρασκευή ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έδωσε νέα διάσταση στην κόντρα, προαναγγέλλοντας αιφνιδιαστικά τον διπλασιασμό των αμερικανικών δασμών στις τουρκικές εξαγωγές χάλυβα και αλουμινίου, σε 50% και 20% αντίστοιχα.

Το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ από την πλευρά του ανακοίνωσε ότι επανεξετάζει την συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα που επιτρέπει την εισαγωγή ορισμένων αγαθών δίχως καταβολή δασμών.

Ποιες είναι οι άμεσες συνέπειες για την Τουρκία;

Οι πρώτοι που «πονάνε» λόγω της αποδυνάμωσης της λίρας είναι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις που έχουν δανειστεί σε ξένο νόμισμα, καθώς πλέον πρέπει να αφιερώνουν όλο και μεγαλύτερο μέρος των εσόδων τους σε λίρες προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους.

Τα νεότερα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας καταδεικνύουν πως οι οφειλές ιδιωτικών εταιρειών σε συνάλλαγμα υπερβαίνον τα αντίστοιχα περιουσιακά τους στοιχεία κατά περισσότερα από 200 δισεκατομμύρια δολάρια.

Για πολλές εταιρείες η πίεση είναι άμεση, καθώς εντός των επόμενων μηνών ο ιδιωτικός τομέας θα πρέπει να ξεπληρώσει ή να αναχρηματοδοτήσει χρέη που αγγίζουν τα 66,4 δισεκατομμύρια δολάρια. Για τις τουρκικές τράπεζες το αντίστοιχο ποσό είναι 76 δισεκ. δολάρια.

… και για τις τράπεζες;

Οι δυσκολίες και τυχόν χρεοκοπίες στον ιδιωτικό τομέα θα επιβαρύνουν τις τράπεζες με «κόκκινα» δάνεια, προκαλώντας σοβαρό πρόβλημα στους ισολογισμούς τους.

Η Κεντρική Τράπεζα από την πλευρά της δεν έχει την δύναμη πυρός να αντιστρέψει την κατάσταση στις αγορές συναλλάγματος, καθώς τον Ιούνιο τα αποθέματα σε ξένο νόμισμα ήταν λίγο πάνω από 74 δισεκατομμύρια δολάρια, όχι ιδιαίτερα μεγάλα για το μέγεθος της τουρκικής οικονομίας.

…και πού θα πάει ο πληθωρισμός;

Σε επίπεδο απλών πολιτών, η πτώση της λίρας σημαίνει πιο ακριβή ζωή, καθώς πολλά εισαγόμενα προϊόντα ανατιμώνται.

Τον Ιούλιο ο πληθωρισμός μετρήθηκε στο 15,85%. Με δεδομένη την απότομη αποδυνάμωση της λίρας τις τελευταίες δύο εβδομάδες δεν είναι απίθανο τους επόμενους μήνες ο δείκτης να ξεπεράσει το 20%.

Ο πληθωρισμός με την σειρά του μπορεί να προκαλέσει μείωση της κατανάλωσης – καθώς τα εισοδήματα δεν μπορούν να ακολουθήσουν την αύξηση των τιμών – επιφέροντας ένα ακόμα πλήγμα στις επιχειρήσεις που θα δουν τα έσοδά τους να περιορίζονται.

Τι προσδοκούν οι αγορές;

Οι αγορές φαίνεται πως συντάσσονται με την εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ότι η οικονομία της Τουρκίας έχει υπερθερμανθεί, δηλαδή αυξάνεται με ρυθμούς ανάπτυξης που δεν αντιστοιχούν στις δομικές δυνατότητές της.

Η συμβατική λύση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η επιβράδυνση της ανάπτυξης μέσω αύξησης των επιτοκίων από την Κεντρική Τράπεζα και αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μειωθεί η ροή χρήματος στην πραγματική οικονομία. Σε βάθος χρόνου το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα περιοριστεί, οδηγώντας σε μερική απεξάρτηση της οικονομίας από ξένα κεφάλαια, και ο πληθωρισμός θα μειωθεί.

Συμφωνεί ο Ερντογάν;

Όχι ιδιαίτερα.

Ο τούρκος πρόεδρος έχει αποκαλέσει τα υψηλά επιτόκια «μητέρα και πατέρα όλων των δεινών» κι έχει υποσχεθεί ανάπτυξη ρεκόρ για το τρέχον έτος, παρά το γεγονός ότι ο υψηλός ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ ενέχει κινδύνους για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Ο κ. Ερντογάν έχει αποδώσει την κρίση της λίρας σε «οικονομικό πόλεμο» και σε επιχείρηση εναντίον της Τουρκίας με πολιτικές σκοπιμότητες.

Ο πανίσχυρος προεδρικός θώκος που κατέχει πλέον του δίνει το δικαίωμα να διορίζει ανώτατα στελέχη της Κεντρικής Τράπεζας, εγείροντας φόβους για την ανεξαρτησία της και για την ορθότητα της νομισματικής πολιτικής.

Επιπλέον, ενώ στο παρελθόν ο κ. Ερντογάν τοποθετούσε τεχνοκράτες στο υπουργείο Οικονομικών, μετά την εκλογική του νίκη τον Ιούνιο επέλεξε ως «θησαυροφύλακα» τον γαμπρό του Μπεράτ Αλμπαϊράκ, «κόβοντας» περαιτέρω την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

loading...