Η υπόθεση του Δημήτρη Λιαντίνη εξακολουθεί να προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς συνδυάζει φιλοσοφικό στοχασμό με μια πράξη που παραμένει μέχρι σήμερα αινιγματική. Η πορεία προς το τέλος του αποκαλύπτει μια μακρόχρονη και συνειδητή προετοιμασία, η οποία καταγράφηκε τόσο στα έργα του όσο και στις προσωπικές του σημειώσεις.

Η φιλοσοφική θεώρηση και οι προγενέστερες αναφορές
Ο Δημήτρης Λιαντίνης είχε διατυπώσει επανειλημμένα σκέψεις γύρω από τον θάνατο, ενσωματώνοντάς τες στο συγγραφικό του έργο. Στο βιβλίο «Έξυπνον Ενύπνιον», στη σελίδα 235, αποτύπωσε μια χαρακτηριστική του θέση: «Εάν ο θάνατος ενσκήπτει σαν γεγονός βίαιο και τραχύ (factum brutum) και αποσβολώνει την ανθρώπινη εμπειρία, τούτο δεν οφείλεται στη φύση του θανάτου, αλλά στη στάση του ανθρώπου.
Δεν είναι βάναυσος ο θάνατος, αλλά ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίζεται ο άνθρωπος τη ζωή είναι αδέξιος και σκαιός…». Η συγκεκριμένη τοποθέτηση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προβληματισμού που φαίνεται να απασχολούσε τον ίδιο για χρόνια, πολύ πριν την εξαφάνισή του.
Μαρτυρίες από το περιβάλλον του, σε συνδυασμό με τα γραπτά του, δείχνουν ότι ο σχεδιασμός της τελευταίας του πράξης δεν υπήρξε αιφνίδιος. Ο ίδιος επιδίωκε να ορίσει τις συνθήκες του τέλους του, επιλέγοντας με ακρίβεια τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο.
Η προετοιμασία και η τελική απόφαση
Στην επιστολή που άφησε προς την κόρη του, Διοτιμία, ο Δημήτρης Λιαντίνης εξέφρασε με σαφήνεια τη βούλησή του: «Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα – βήμα ολόκληρη τη ζωή μου». Παράλληλα, στο έργο του “Γκέμμα” σημείωσε: «Θα πεθάνω, Θάνατε, όχι όταν θελήσεις εσύ, αλλά όταν εγώ θα θελήσω. Σε τούτη την έσχατη ολική πράξη , δεν θα γίνει το δικό σου, αλλά το δικό μου».
Ο ίδιος φαίνεται να προετοίμασε λεπτομερώς την πορεία του προς τον Ταΰγετο, πραγματοποιώντας συνολικά δεκατέσσερις αναβάσεις στο βουνό, με σκοπό να επιλέξει το κατάλληλο σημείο. Κατέγραψε αυτές τις διαδρομές στο προσωπικό του σημειωματάριο «Ορειπορικόν». Η πρώτη καταγεγραμμένη ανάβαση σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 1992, ενώ η τελευταία τον Ιούνιο του 1998, λίγες ημέρες πριν από την εξαφάνισή του.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, έφτασε στη Σπάρτη, άφησε το όχημά του και συνέχισε με ταξί έως το καταφύγιο στον Ταΰγετο. Εκεί ζήτησε από τον οδηγό να μην τον περιμένει, σε αντίθεση με προηγούμενες επισκέψεις του. Στη συνέχεια, ξεκίνησε την πορεία προς την κορυφή του Προφήτη Ηλία, σε υψόμετρο 2.240 μέτρων.
Τα στοιχεία που άφησε και οι ερμηνείες
Πριν την αναχώρησή του, ο Δημήτρης Λιαντίνης φρόντισε να αφήσει πίσω του συγκεκριμένα αντικείμενα και σημειώσεις, τα οποία λειτουργούν ως ενδείξεις της πρόθεσής του. Στο γραφείο του τοποθέτησε την επιστολή προς την κόρη του, συνοδευόμενη από ένα ανοιχτό βιβλίο με αναφορά σε όνειρο που σχετιζόταν με τον θάνατο του Καίσαρα. Στο κομοδίνο του άφησε το έργο «H ζωή εν τάφω» του Στρατή Μυριβήλη, στο οποίο σημείωσε: «Αύριο είναι η μεγάλη μέρα», προσθέτοντας την ημερομηνία 31/5/1998.
Επιπλέον, τακτοποίησε προσωπικά αντικείμενα, όπως το ρολόι και τον αναπτήρα του, καθώς και οδηγίες για οικονομικές εκκρεμότητες, γεγονός που ενισχύει την εικόνα μιας προμελετημένης πράξης. Το σημειωματάριο «Ορειπορικόν» εντοπίστηκε αργότερα, επιβεβαιώνοντας την προεργασία που είχε προηγηθεί.
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις που διατυπώθηκαν, ορισμένοι απέδωσαν την πράξη του σε ψυχολογικούς παράγοντες, ενώ άλλοι επιχείρησαν να την ερμηνεύσουν μέσα από το φιλοσοφικό του έργο. Στην επιστολή του, ο ίδιος αναφέρθηκε και σε έναν ευρύτερο κοινωνικό προβληματισμό: «Να θυμάσαι ότι έρχουνται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Η λύπη μου γι αυτό το έγκλημα με σκοτώνει…».
Η υπόθεση παραμένει έως σήμερα αντικείμενο μελέτης και συζήτησης, καθώς συνδυάζει προσωπική επιλογή, φιλοσοφική στάση και ένα τέλος που δεν έγινε ποτέ άμεσα ορατό.


