Όταν ακόμη και μια κατεξοχήν συστημική εφημερίδα, όπως η «Καθημερινή», αναγκάζεται να γράψει τις πικρές αλήθειες στο ζήτημα της λαθρομετανάστευσης, τότε καταλαβαίνει ο οποιοσδήποτε το τραγικό σημείο στο οποίο έχει φτάσει η κατάσταση.

Σε κείμενο με τίτλο «Η ευαίσθητη, ανυπεράσπιστη, κυρία Μ.» που υπογράφει η Γιούλη Επτακοίλη διαβάζουμε τα εξής: «Η Μ. ζει με το παιδί της σε μια μονοκατοικία στο κέντρο της Αθήνας. Ακριβώς δίπλα στο σπίτι της λειτουργούσε για δεκαετίες ένα μικρό ξενοδοχείο, το οποίο τα τελευταία χρόνια είχε μαραζώσει και είχε φτάσει σε σημείο να μη λειτουργεί. Ο ιδιοκτήτης του, ένας άνθρωπος προχωρημένης ηλικίας, δεν είχε χρήματα να το ανακαινίσει, να φτιάξει ένα ξενοδοχείο μπουτίκ κι έτσι όταν τον πλησίασε μια ΜΚΟ για να της το παραχωρήσει ώστε να μένουν πρόσφυγες, η ιδέα του φάνηκε καλή. Την ίδια αντίδραση είχε και η Μ. που, μόλις το έμαθε, αισθάνθηκε υποχρεωμένη να δείξει το καλύτερό της πρόσωπο, αυτό ενός ανθρώπου με ενσυναίσθηση και ευαισθησίες, γενναιόδωρου και συμπονετικού. Όταν άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτοι πρόσφυγες και μετανάστες, τους υποδέχτηκε, τους καλωσόρισε, δήλωσε στους υπευθύνους της ΜΚΟ την διάθεσή της να βοηθήσει με οποιονδήποτε τρόπο.

Την πρώτη φορά που μάζεψε από την εσωτερική της αυλή μισοφαγωμένα φρούτα και άδεια κουτάκια αναψυκτικών, σκέφτηκε ότι ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Όμως οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες περνούσαν, και τα σκουπίδια προσγειώνονταν σχεδόν καθημερινά στην αυλή, σκουπίδια που πετούσαν κάποιοι από τους νέους της γείτονες. Μίλησε και ξαναμίλησε στους υπευθύνους, ευγενικά στην αρχή, έντονα στη συνέχεια, σε απελπισία και εκτός εαυτού κάποιες φορές, έπειτα σκέφθηκε ψύχραιμα, πρότεινε λύσεις. Τίποτα δεν είχε αποτέλεσμα. Την τελευταία φορά που την συνάντησα βρισκόταν σε απόγνωση. Ο δικηγόρος της ετοίμαζε ένα εξώδικο, αλλά την ίδια την απασχολούσε κάτι άλλο: “Φοβάμαι μη με πουν φασίστρια…“, έλεγε διαρκώς, και αναρωτιόταν αν έπρεπε να προχωρήσει με την αποστολή εξωδίκου.

Είναι ο φόβος της υπερβολικός; Καθόλου. Το αντίθετο.  Είναι πέρα ως πέρα αληθινός. Δημιουργήθηκε συνειδητά και καλλιεργήθηκε συστηματικά απ’ όλους αυτούς που κατάφεραν, με την ανικανότητα, τις ιδεοληψίες, τις εμμονές τους και τις μονοδιάστατες ερμηνείες τους, να δημιουργήσουν «τον χειρότερο καταυλισμό προσφύγων του κόσμου», σύμφωνα με το τηλεοπτικό δίκτυο BBC. Τη Μόρια. Εκεί όπου καθημερινά συνθλίβεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Τη Μόρια όπου οι βιασμοί, οι αυτοκτονίες, τα μαχαιρώματα είναι καθημερινότητα. Μια χωματερή ανθρώπων όπου το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό δηλώνει πλέον ότι προτιμά να δει τον δρόμο της ανεργίας, παρά να εργάζεται κάτω από τέτοιες συνθήκες.

Όλοι όσοι κουνούσαν το δάχτυλο σ’ εκείνους που διατύπωναν διαφορετική άποψη, ανησυχούσαν ή έστω προβληματίζονταν για το προσφυγικό, ουσιαστικά φρόντιζαν για το πώς θα καλύψουν την δική τους μελλοντική ανεπάρκεια. Την εγκληματική τους ανικανότητα. Αν τολμούσες να διεκδικήσεις μια κανονικότητα, ήσουν ρατσιστής. Αν τολμούσες να αντιδράσεις, ήσουν φασίστας. Αν τολμούσες να ψελλίσεις κάτι αντίθετο, έπαιρνες ως απάντηση ότι “οι πρόσφυγες λιάζονται στις πλατείες”. Πού είναι όλοι αυτοί σήμερα; Δεν ανησυχούν μήπως τους πουν φασίστες;».

Βάλαμε ολόκληρο το κείμενο, ακριβώς για να φανεί η απόγνωση που γεννά το φαινόμενο της λαθρομετανάστευσης, αλλά και για να επισημανθεί ότι: α) Η «ευαίσθητη», «γενναιόδωρη» και «συμπονετική» συμπεριφορά της πρωταγωνίστριας της ιστορίας αυτής «ανταμείφθηκε» με «μισοφαγωμένα φρούτα και άδεια κουτάκια αναψυκτικών» στην αυλή του σπιτιού της. β) Σε όση απόγνωση κι αν βρισκόταν, αυτό που την απασχολούσε περισσότερο ήταν μη την πουν «φασίστρια»!

Φόβος, βεβαίως, που γεννήθηκε από τους «επαγγελματίες» του «αντιρατσισμού», απ’ αυτούς που όντως κουνούν το δάχτυλό τους σε όσους ζουν δίπλα στους λαθρομετανάστες, αλλά οι ίδιοι φροντίζουν να ζουν σε απόσταση πολλών χιλιομέτρων από τις «καυτές» αυτές περιοχές, από τους θρασύτατους «δικαιωματάκηδες» που ενώ επιζητούν επιτακτικά να βρίσκονται στα ίδια σχολεία Ελληνόπουλα με «προσφυγόπουλα», όταν τους ρωτήσεις εάν έχουν φροντίσει να κάνουν το ίδιο με το δικό τους παιδί, αντί να απαντήσουν για το… αυτονόητο, παριστάνουν τους… θιγμένους και εννοείται ότι δεν λένε τίποτα επί του θέματος, γιατί απλώς «δεν τους παίρνει», όπως λέει ο απλός Λαός. Και φυσικά, όλοι αυτοί οι τύποι, δεν φοβούνται στο ελάχιστο μήπως και τους πουν «φασίστες».

Πώς θα ήταν δυνατόν, άλλωστε, όταν κλεισμένοι στον μικρόκοσμο των ασφαλών από κινδύνους κατοικιών τους, ξέρουν μόνο να ψελλίζουν μηχανικά λέξεις όπως «ρατσισμός», «μισαλλοδοξία», «ρητορική μίσους»; Στο ζήτημα της λαθρομετανάστευσης είναι εκτός Τόπου (κυριολεκτικά) και Χρόνου, καθώς οι απόψεις τους είναι εντελώς παρωχημένες.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ

 

xryshaygh.com

loading...