Η «εναλλακτική λύση» που έγινε θεσμός – Τι δείχνει η έρευνα για τα κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν τα ζευγάρια
Για χρόνια, το σύμφωνο συμβίωσης αντιμετωπιζόταν στην Ελλάδα ως μια «εναλλακτική λύση» για ζευγάρια που δεν επιθυμούσαν ή δεν «προλάβαιναν» να παντρευτούν.
Σήμερα, όμως, σύμφωνα με το ρεπορτάζ των «ΝΕΩΝ» σε συμβολαιογραφεία αλλά και δικηγορικά γραφεία ασχολούνται αμιγώς με αστικό και οικογενειακό δίκαιο, το σύμφωνο συμβίωσης έχει μετατραπεί σε κάτι πολύ περισσότερο: σε μια σύγχρονη οικογενειακή σύμβαση, μέσω της οποίας τα ζευγάρια επιχειρούν να ρυθμίσουν εκ των προτέρων κρίσιμα ζητήματα της κοινής τους ζωής. Το συγκεκριμένο μοντέλο, μάλιστα, καθίσταται ολοένα πιο διαδεδομένο και δημοφιλές.
Για του λόγου το αληθές, το 2024 – έτος για το οποίο υπάρχουν τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ – συνάφθηκαν 14.486 σύμφωνα συμβίωσης, αντιπροσωπεύοντας το 28,3% του συνολικού αριθμού που προκύπτει από το άθροισμά τους με τους θρησκευτικούς και πολιτικούς γάμους (51.135 το συγκεκριμένο έτος). Η σύγκριση, μάλιστα, με το τι συνέβαινε στο πρόσφατο παρελθόν είναι συντριπτική: Το 2019, το αντίστοιχο ποσοστό των συμφώνων συμβίωσης ήταν 14,4% (επί συνόλου 55.061), ενώ πριν μία δεκαετία, δηλαδή το 2014, βρισκόταν μόλις στο 2,9% (επί συνόλου 54.678).
Η αύξηση, λοιπόν, των συμφώνων συμβίωσης τα τελευταία χρόνια είναι εντυπωσιακή. Συμβολαιογράφοι μας περιγράφουν μια σταθερή μετατόπιση της κοινωνίας προς πιο ευέλικτες μορφές οικογενειακής οργάνωσης. Η αλήθεια είναι ότι στα πρώτα χρόνια εφαρμογής του θεσμού, το σύμφωνο επιλεγόταν κυρίως από ετερόφυλα ζευγάρια όταν υπήρχε εγκυμοσύνη, προκειμένου να κατοχυρωθεί νομικά η πατρότητα του παιδιού και να εξομοιωθεί η νομική του θέση με εκείνη τέκνων γεννημένων σε γάμο.
Μια νέα πραγματικότητα Σήμερα, όμως, η εικόνα έχει αλλάξει πλήρως. Οπως εξηγούν οι νομικοί, πολλά ζευγάρια δεν βλέπουν πλέον το σύμφωνο ως «υποκατάστατο» του γάμου, αλλά ως μια περισσότερο πρακτική και λιγότερο γραφειοκρατική λύση, η οποία επιτρέπει σαφέστερες συμφωνίες, μεγαλύτερη ευελιξία και χαμηλότερο κόστος. Επειτα από περισσότερο από μία δεκαετία εφαρμογής του σύγχρονου πλαισίου, οι άνθρωποι του χώρου διαπιστώνουν ότι το σύμφωνο συμβίωσης έχει πάψει να είναι μια «λύση ανάγκης».
Για πολλούς στις μέρες μας αποτελεί μια συνειδητή επιλογή. Σύμφωνα με δικηγόρους στους οποίους απευθυνθήκαμε, η βασική φιλοσοφία του ισχύοντος νομικού πλαισίου νόμου είναι η ισορροπία ανάμεσα στην ιδιωτική αυτονομία και στην προστασία των οικογενειακών σχέσεων. Με απλά λόγια, το κράτος επιτρέπει στα ζευγάρια να αποφασίζουν τα ίδια για σημαντικά ζητήματα της συμβίωσής τους, χωρίς όμως να αίρονται βασικές προστατευτικές διατάξεις που αφορούν κυρίως τα παιδιά και το οικονομικά ασθενέστερο μέρος.
Πλέον στον νομικό κόσμο, θεωρείται κοινός τόπος ότι η κοινωνία έχει εξοικειωθεί με την ιδέα ότι μια σχέση μπορεί να οργανωθεί και νομικά χωρίς την παραδοσιακή μορφή του γάμου. Ταυτόχρονα, όμως, παρατηρείται πως η ολοένα και αυξανόμενη τάση σύναψης συμφώνων συμβίωσης, αυξάνει και την ανάγκη για εξειδικευμένη νομική συμβουλή. Και αυτό γιατί πίσω από μια φαινομενικά απλή υπογραφή σε ένα συμβολαιογραφικό γραφείο, κρύβονται συχνά κρίσιμες αποφάσεις για την περιουσία, τα παιδιά, την κατοικία, την κληρονομιά και τελικά την ίδια την επόμενη ημέρα μιας σχέσης.
Και όπως παραδέχονται αρκετοί από τους επαγγελματίες που καλούνται να συνάψουν τα σύμφωνα ή να ρυθμίσουν τους όρους τους, τα σύγχρονα ζευγάρια δείχνουν πλέον πολύ πιο πρόθυμα να κάνουν αυτές τις δύσκολες συζητήσεις πριν προκύψει μία κρίση την οποία απεύχονται μεν, δεν μπορούν να αποκλείσουν δε.
Η αύξηση των συμφώνων συμβίωσης τα τελευταία χρόνια είναι εντυπωσιακή. Συμβολαιογράφοι περιγράφουν μια σταθερή μετατόπιση της κοινωνίας προς πιο ευέλικτες μορφές οικογενειακής οργάνωσης.
Συμβολαιογράφοι και δικηγόροι
Οι συμβολαιογράφοι είναι εκείνοι που συντάσσουν και επικυρώνουν το σύμφωνο συμβίωσης. Στην πράξη, ωστόσο, οι δικηγόροι είναι οι επαγγελματίες στους οποίους – στις περισσότερες περιπτώσεις – απευθύνονται πρώτα τα περισσότερα ζευγάρια, προκειμένου να ενημερωθούν για τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, αλλά και για τις ασφαλιστικές δικλίδες που μπορούν να ενσωματώσουν στη συμφωνία τους, ανάλογα με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους ανάγκες.
Συνολικά, πάντως, η διαδικασία είναι σχετικά απλή: το σύμφωνο καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και αποκτά ισχύ όταν κατατεθεί στο ληξιαρχείο. Αντίστοιχα, η λύση του είναι σημαντικά ταχύτερη από ένα παραδοσιακό διαζύγιο, είτε με κοινή συμφωνία είτε μονομερώς, υπό προϋποθέσεις. «Τα ζευγάρια έρχονται πλέον πολύ πιο ενημερωμένα», μας λέει η Χριστιάννα Νακέλλη, δικηγόρος με πολυετή εμπειρία στο οικογενειακό δίκαιο.
«Δεν ρωτούν μόνο τι προβλέπει ο νόμος. Ρωτούν πώς μπορούν να προστατεύσουν την περιουσία τους, τα παιδιά τους ή την επόμενη μέρα, αν η σχέση τελειώσει».
Από την 1η θεσμική κατοχύρωση στο δικαίωμα και στα ομόφυλα ζευγάρια
Η πρώτη θεσμική κατοχύρωση του συμφώνου συμβίωσης στην ελληνική έννομη τάξη ήρθε με τον Νόμο 3719/2008 και αφορούσε αποκλειστικά ετερόφυλα ζευγάρια. Ηταν η πρώτη φορά που η πολιτεία αναγνώριζε νομικά ότι ο γάμος δεν αποτελεί τη μοναδική μορφή οικογένειας.
Στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου αναφερόταν χαρακτηριστικά ότι «το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης δεν είναι ένας ατελής γάμος», αλλά μια διαφορετική μορφή συμβίωσης, με δική της αυτονομία και λειτουργία.
Η σημαντικότερη τομή ήρθε το 2015, με τον Νόμο 4356/2015, ο οποίος επέκτεινε το δικαίωμα σύναψης συμφώνου συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια, εκσυγχρονίζοντας παράλληλα το θεσμικό πλαίσιο. Από εκείνη τη στιγμή, το σύμφωνο συμβίωσης μετατράπηκε ουσιαστικά σε έναν πλήρη θεσμό οικογενειακού δικαίου, ο οποίος παρέχει ευρύτατες δυνατότητες ρύθμισης των σχέσεων των δύο μερών.
Στο επίκεντρο επιμέλεια παιδιών, περιουσιακά, διατροφή και οικογενειακός τάφος
Ποια είναι, όμως, τα βασικά ζητήματα που απασχολούν τα ζευγάρια πριν από τη σύναψη ενός τέτοιου συμφώνου, που γίνεται με μια σχετικά απλή διαδικασία; Από την έρευνα προέκυψε ότι το βασικό αντικείμενο συζήτησης (και διαπραγμάτευσης, σε ορισμένες περιπτώσεις) αφορά τα εξής: περιουσιακές σχέσεις, δικαιώματα επί της οικογενειακής στέγης, διατροφή μετά τη λύση της σχέσης, κληρονομικά δικαιώματα, γονική μέριμνα παιδιών – ακόμα όμως και ζητήματα που κάποτε θα θεωρούνταν αδιανόητο να αποτυπωθούν σε νομικό κείμενο, όπως η αγορά οικογενειακού τάφου ή η τύχη κοινών περιουσιακών στοιχείων μετά τον χωρισμό.
Τα περιουσιακά στοιχεία
Το βασικότερο πεδίο διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο πλευρών αφορά σχεδόν πάντα τα περιουσιακά ζητήματα. Σύμφωνα με όσα μεταφέρουν στα «ΝΕΑ» συμβολαιογράφοι και δικηγόροι, η μεγάλη πλειονότητα των ζευγαριών ενδιαφέρεται πρωτίστως να αποσαφηνίσει τι θα ισχύσει για τα αποκτήματα που θα δημιουργηθούν κατά τη διάρκεια της συμβίωσης αλλά και τι θα συμβεί σε περίπτωση λύσης του συμφώνου.
Ο νόμος παρέχει ευρύ περιθώριο ιδιωτικής αυτονομίας. Τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν σχεδόν ελεύθερα τον τρόπο διαχείρισης της περιουσίας τους: από πλήρη οικονομική αυτοτέλεια έως καθεστώς κοινοκτημοσύνης. Στην πράξη, πάντως, όπως σημειώνουν οι νομικοί, τα περισσότερα ζευγάρια επιλέγουν ν α διατηρούν διακριτή περιουσιακή κατάσταση, ακριβώς για να αποφύγουν μελλοντικές αντιδικίες.
«Η πιο συχνή επιλογή είναι να παραμένει διαχωρισμένη η προϋπάρχουσα περιουσία κάθε μέρους», εξηγεί συμβολαιογράφος. «Εκεί που ανοίγει μεγάλη συζήτηση είναι στα κοινά αποκτήματα μετά τη σύναψη του συμφώνου, ειδικά όταν υπάρχουν επιχειρήσεις, ακίνητα ή σημαντικές επενδύσεις».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαχείριση της οικογενειακής στέγης. Οταν το σπίτι ανήκει ήδη σε έναν από τους δύο συντρόφους, ολοένα περισσότερα ζευγάρια επιδιώκουν να συμφωνούν εκ των προτέρων ποιος θα συνεχίσει να κατοικεί εκεί σε περίπτωση χωρισμού, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ή σχεδιάζονται παιδιά.
Τα κληρονομικά
Ενα ακόμη ζήτημα που συζητείται όλο και συχνότερα πριν από την υπογραφή ενός συμφώνου συμβίωσης είναι η κληρονομική διαδοχή. Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, τα μέρη του συμφώνου εξομοιώνονται σε μεγάλο βαθμό με τους συζύγους ως προς τα κληρονομικά δικαιώματα.
Ωστόσο, ο νόμος επιτρέπει διαφορετικές συμφωνίες μεταξύ των μερών. Δικηγόροι που ασχολούνται αμιγώς με οικογενειακό δίκαιο επισημαίνουν ότι εδώ εμφανίζεται μια σαφής διαφοροποίηση μεταξύ ετερόφυλων και ομόφυλων ζευγαριών.
Στα ετερόφυλα ζευγάρια, είναι αρκετά συχνό τα μέρη να επιλέγουν να εφαρμοστούν απλώς οι γενικές διατάξεις του κληρονομικού δικαίου, χωρίς ειδικές ρυθμίσεις. Αντίθετα, στα ομόφυλα ζευγάρια παρατηρείται συχνότερα η επιθυμία να κατοχυρωθεί ρητά ο σύντροφος ως βασικός ή αποκλειστικός κληρονόμος, κυρίως λόγω της ανάγκης μεγαλύτερης νομικής θωράκισης της σχέσης.
Ιδιαίτερα έντονο είναι το ενδιαφέρον για αυτά τα ζητήματα σε μεγαλύτερες ηλικίες. Οπως εξηγούν οι νομικοί, άνθρωποι άνω των 50 ετών εξετάζουν συχνά το σύμφωνο συμβίωσης και υπό το πρίσμα των συνταξιοδοτικών, ασφαλιστικών και περιουσιακών δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτό.
«Διατροφή» μετά τη λύση
Ενα από τα πιο ευαίσθητα θέματα στις διαπραγματεύσεις είναι το ενδεχόμενο διατροφής μετά τη λύση του συμφώνου. Ο νόμος προβλέπει ότι, όπως και στον γάμο, μπορεί να υφίσταται η συγκεκριμένη υποχρέωση μετά τον τερματισμό της σχέσης. Ωστόσο, σε αντίθεση με άλλες ρυθμίσεις, εδώ η ελευθερία των μερών είναι πιο περιορισμένη, ακριβώς για να προστατεύεται το οικονομικά ασθενέστερο μέρος.
Σύμφωνα με τη Χριστιάννα Μ. Νακέλλη, δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω, στην ελληνική πραγματικότητα είναι εξαιρετικά σπάνιο τα ζευγάρια να επιλέγουν εκ των προτέρων παραίτηση από το δικαίωμα διατροφής. «Οι περισσότεροι αποφεύγουν ακόμη και να ανοίξουν τη συζήτηση», σημειώνει χαρακτηριστικά δικηγόρος οικογενειακού δικαίου. «Θεωρείται συναισθηματικά φορτισμένο θέμα, γιατί ουσιαστικά προϋποθέτει ότι το ζευγάρι συζητά από πριν το ενδεχόμενο αποτυχίας της σχέσης».
Παιδιά και γονική μέριμνα
Αν κάτι απασχολεί περισσότερο από κάθε άλλο τα ζευγάρια που συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης, αυτό είναι τα παιδιά. Οι απορίες που μεταφέρονται συχνότερα στους δικηγόρους αφορούν τη γονική μέριμνα, την επιμέλεια, τη διατροφή των παιδιών αλλά και τη ρύθμιση της επικοινωνίας σε περίπτωση λύσης του συμφώνου. Ο νόμος προβλέπει ότι η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς και ασκείται από κοινού.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι νομικοί, υπάρχει ένα σημαντικό πρακτικό κενό: ακόμη κι αν τα μέρη συμφωνήσουν συναινετικά για την επιμέλεια ή τη διατροφή κατά τη λύση του συμφώνου, η συμφωνία αυτή δεν αποκτά αυτομάτως εκτελεστό χαρακτήρα, όπως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις συναινετικού διαζυγίου. Αυτό σημαίνει ότι, αν αργότερα ένας από τους δύο αρνηθεί να συμμορφωθεί, ενδέχεται να απαιτηθεί νέα δικαστική διαδικασία.
«Πολλά ζευγάρια εκπλήσσονται όταν το πληροφορούνται», αναφέρει δικηγόρος. «Υπάρχει η αίσθηση ότι όλα μπορούν να ρυθμιστούν συμβολαιογραφικά. Στην πράξη, όμως, όταν εμπλέκονται ανήλικα παιδιά, το δίκαιο παραμένει περισσότερο προστατευτικό και λιγότερο ευέλικτο».
Το επώνυμο και οι «αόρατες» διαφορές
Παρότι σε πολλά σημεία το σύμφωνο συμβίωσης προσεγγίζει τον γάμο, υπάρχουν ακόμη διαφορές που συχνά δεν είναι γνωστές στα ζευγάρια. Μία από αυτές αφορά το επώνυμο. Ο νόμος προβλέπει ότι το επώνυμο των μερών δεν αλλάζει μετά τη σύναψη συμφώνου συμβίωσης, ενώ δεν υπάρχει δυνατότητα προσθήκης του επωνύμου του άλλου μέρους, όπως προβλέπεται σε ορισμένες περιπτώσεις γάμου.
Οι νομικοί παρατηρούν ότι το ζήτημα τίθεται κυρίως από ζευγάρια μεγαλύτερης ηλικίας ή από πρόσωπα που επιθυμούν μια πιο συμβολική δημόσια αναγνώριση της σχέσης τους.
Ακίνητα και… οικογενειακός τάφος
Η ευελιξία που παρέχει το σύμφωνο συμβίωσης έχει οδηγήσει και στην εμφάνιση ιδιαίτερα εξειδικευμένων ή προσωπικών όρων. Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Χριστιάννα Μ. Νακέλλη, «στα πλαίσια της ελεύθερης διαμόρφωσης των περιουσιακών σχέσεων των συντρόφων, ενδεχομένως το πιο ιδιάζον ζήτημα προς διευθέτηση που μου ζητήθηκε προσωπικά ήταν η αγορά οικογενειακού τάφου από συντρόφους και ο καθορισμός, με το σύμφωνο, της κοινοκτημοσύνης σε αυτόν ανεξάρτητα από την τυχόν μετέπειτα λύση του συμφώνου».
Η συγκεκριμένη περίπτωση, αν και ακραία, αποτυπώνει τη βαθιά μεταβολή του τρόπου με τον οποίο τα ζευγάρια αντιμετωπίζουν πλέον τη νομική οργάνωση της κοινής τους ζωής.







