Η υπόθεση της στυγερής δολοφονίας της 70χρονης Ειρήνης Μαρμαρινού και του 44χρονου ανιψιού της, Λάμπρου Πρωτονοτάριου, αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ελληνικής εγκληματολογίας. Το έγκλημα, που σημειώθηκε τον Νοέμβριο του 2015 στην Αίγινα, παρέμενε ένα δυσεπίλυτο μυστήριο για επτά ολόκληρα χρόνια, μέχρι που η επιστημονική ανάλυση του γενετικού υλικού οδήγησε στη σύλληψη του δράστη το 2022.
Το χρονικό της θηριωδίας: Τους έκαψαν ζωντανούς
Τον Αύγουστο του 2015, η τοπική κοινωνία της Αίγινας πάγωσε στο άκουσμα της είδησης: η 70χρονη και ο ανιψιός της βρέθηκαν νεκροί μέσα στο σπίτι τους, το οποίο είχε μετατραπεί σε «σφαγείο». Παράλληλα, διαβάστε την τραγική ιστορία της Ειρήνης και της Ηρούς που διάβαζαν για τις Πανελλήνιες, μέχρι που ένα αεροσκάφος έπεσε πάνω στο σπίτι τους…
Οι λεπτομέρειες που ήρθαν στο φως ήταν ανατριχιαστικές. Οι δράστες εισέβαλαν στην κατοικία, ξυλοκόπησαν άγρια την ηλικιωμένη γυναίκα και κατάφεραν χτυπήματα στο κεφάλι και τον θώρακα του 44χρονου, μέχρι που και οι δύο έχασαν τις αισθήσεις τους.
Στη συνέχεια, σε μια πράξη απόλυτης κτηνωδίας, οι δράστες έβαλαν φωτιά, καίγοντας τα θύματα ζωντανά ενώ ήταν ακόμη λιπόθυμα. Κίνητρο της επίθεσης ήταν η ληστεία, με τις αναφορές να κάνουν λόγο για κλοπή ενός υπέρογκου ποσού που άγγιζε τα 800.000 ευρώ.
Το προφίλ του Λάμπρου Πρωτονοτάριου
Ο 44χρονος Λάμπρος ήταν ένας άνθρωπος σημαδεμένος από την τραγωδία πολύ πριν το τέλος του. Είχε χάσει τους γονείς του σε μικρή ηλικία —τον πατέρα του από ασθένεια και τη μητέρα του από αυτοκτονία— και μεγάλωσε υπό τη φροντίδα των θειών του, Ειρήνης και Παναγιώτας. Η μοίρα του έμελλε να σφραγιστεί δίπλα στη γυναίκα που τον ανέθρεψε σαν παιδί της.
Η «μάχη» του DNA και η σύλληψη στη Μάλτα
Η εξιχνίαση της υπόθεσης βασίστηκε σε έναν «επιστημονικό άθλο». Στον τόπο του εγκλήματος είχε βρεθεί γενετικό υλικό που παρουσίαζε συγγενικές ομοιότητες (κοινά αλληλόμορφα) με το DNA ενός Αλβανού εργάτη που ζούσε στο νησί και γνώριζε τα θύματα.
Η ΕΛ.ΑΣ. ξεκίνησε έναν πρωτοφανή κύκλο ερευνών:
Εξετάστηκαν δείγματα από 50 συγγενείς του εργάτη στην Ελλάδα, χωρίς αποτέλεσμα.
Η έρευνα επεκτάθηκε στην Αλβανία, στοχεύοντας σε περίπου 200-300 άτομα από την ίδια ευρύτερη οικογένεια, ωστόσο υπήρξαν γραφειοκρατικά κωλύματα από τη γειτονική χώρα.
Η ανατροπή ήρθε το 2022. Με βάση ένα αποτύπωμα που ταυτοποιήθηκε από παλαιότερη παράνομη είσοδό του στη χώρα, εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Τον Αύγουστο του 2022, οι αρχές της Μάλτας εντόπισαν σε τυχαίο έλεγχο τον 36χρονο Λεν Μπρακ (L.B.) στην πόλη Μαρσασκάλα. Η ηλεκτρονική ταυτοποίηση των αποτυπωμάτων του με το ένταλμα επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο για τον καταζητούμενο δράστη.
Η στάση της υπεράσπισης
Παρά τη σύλληψη, ο νομικός εκπρόσωπος του 36χρονου αμφισβήτησε τα στοιχεία, ισχυριζόμενος ότι τα αποτυπώματα δεν παρουσιάστηκαν σωστά στο δικαστήριο και ότι υπήρχαν διαφωνίες στα ονόματα των εγγράφων. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά βασίζεται στη δύναμη της επιστήμης, με την αντιπαραβολή του DNA να αποτελεί το τελικό «κλειδί» για τη δικαιοσύνη.


