Σύμφωνα με αμερικανικό ινστιτούτο, ο Πούτιν παίζοντας «έξυπνα” με τον Ερντογάν, ο οποίος εξαρτάται όλο και περισσότερο από την Μόσχα, σε πολύ λίγο διάστημα θα τον πείσει να «αποσυρθεί” από το ΝΑΤΟ, εκμεταλλευόμενος την συριακή σύγκρουση. 

Τουρκία, Ρωσία και Ιράν συμμετέχουν ενεργά στη συριακή πολεμική διαμάχη, η καθεμία λόγω των διαφορετικών συμφερόντων της.

Η Μόσχα και η Τεχεράνη υποστηρίζουν θερμά το καθεστώς του προέδρου, Μπασάρ αλ-Ασαντ, ελπίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα διατηρήσουν την επιρροή τους στην άκρως στρατηγική περιοχή της συριακής επικράτειας, αναφέρει η ανάλυση του αμερικανικού ινστιτούτου.

Εν τω μεταξύ, από την αρχή της κρίσης το 2011, η Τουρκία είχε εμμονή με την εκδίωξη του Άσαντ από την εξουσία, κάτι όμως που δεν κατάφερε μέχρι σήμερα.

Μέχρι στιγμής και οι τρεις χώρες κατάφεραν να ικανοποιήσουν τους όντως διαφορετικούς στόχους τους.

Οι συναντήσεις των ηγετών και των τριών δυνάμεων το 2017 και το 2018, σε  Σότσι, Αστάνα, Τεχεράνη και στη συνέχεια πάλι στο Σότσι, διαδραμάτισαν έναν σημαντικό ρόλο σε αυτό.

Στην πραγματικότητα όμως, βλέπουμε ότι η κύρια στρατηγική του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν από το 2017, σε σχέση με την Τουρκία, έχει μεταβάλλει την όλη κατάσταση πολύ περισσότερο από όσα νομίζουν πολλοί.  

Στις 17 Σεπτεμβρίου για παράδειγμα, Πούτιν και Ερντογάν, συναντήθηκαν στο Σότσι για να συζητήσουν την τύχη της επαρχίας Ιντλίμπ, η οποία μέχρι τώρα ελέγχονταν από τους τζιχαντιστές.

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός, ότι σε αυτή τη συνάντηση ο Πούτιν παραιτήθηκε από το σχέδιό του (που είχε ανακοινωθεί στην Τεχεράνη στις 7 Σεπτεμβρίου) για να πραγματοποιήσει μια ευρεία συρο-ρωσική επίθεση στην Ιντλίμπ.

Πρόκειται για μια προφανή παραχώρηση στον Ερντογάν, καθώς η Τουρκία είχε αντιταχθεί στο σχέδιο αυτό, στη σύνοδο κορυφής της Τεχεράνης και είχε ζητήσει αντί αυτού την κατάπαυση του πυρός.

Τότε ο Πούτιν είχε αγνοήσει τις αντιρρήσεις της Τουρκίας και είχε υπογραμμίσει την άποψή του ότι η εξουδετέρωση των ισλαμιστών τρομοκρατών στην περιοχή ήταν η μέγιστη προτεραιότητα του.

Την στάση αυτή όμως την μετέβαλλε προς τέρψιν άλλου σχεδίου με επίκεντρο ολοκληρωτικά τον Ερντογάν.

Έτσι στην σύνοδο κορυφής της Αστάνα, Ρωσία, Ιράν και Τουρκία ανακοίνωσαν ότι τέσσερις περιοχές στην επαρχία Ιντλίμπ, (η ανατολική Ghouta, βόρεια της Homs και η νότια Συρία, θα τεθούν υπό το έλεγχο τους.

Ωστόσο, το συριακό καθεστώς με τη συνεργασία της Ρωσίας και του Ιράν, ξεκίνησε να προελαύνει σε ορισμένες από αυτές τις περιοχές με το πρόσχημα της εξάλειψης των τρομοκρατικών ομάδων.

Έτσι, μία προς μία, οι περιοχές στις οποίες υποτίθεται ότι θα δημιουργούνταν ουδέτερες ζώνες, έχουν καταληφθεί από τον συριακό στρατό και τον Άσαντ με την βοήθεια της Ρωσίας.

Ο Amberin Zaman, Τούρκος ειδικός στην Μ.Ανατολή και αρθρογράφος της ιστοσελίδας Al-Monitor, υποστηρίζει ότι μια συριακή στρατιωτική επίθεση πλήρους κλίμακας στην Ιντλίμπ, θα είχε ως αποτέλεσμα να χάσει η Τουρκία και ο Ερντογάν την κυριαρχία του στους ισλαμιστές μαχητές της περιοχής, και θα καθιστούσε την Τουρκία πιθανό στόχο για τους ριζοσπάστες.

Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, το 60% περίπου της Ιντλίμπ ελέγχεται από την οργάνωση HTS, μια ριζοσπαστική οργάνωση ταγμένη στο τζιχάντ.

Επιπλέον, μια εισβολή όπως αυτή που προετοίμαζε η Ρωσία θα προκαλούσε πιθανώς μια ακόμη μαζική εισροή προσφύγων από την Ιντλίμπ σε γειτονικές χώρες, ειδικά την Τουρκία και από εκεί προς την Ευρώπη.

Έτσι η Ρωσία αναθεώρησε τα σχέδια της σε κάτι ακόμα πιο προσοδοφόρο για αυτήν.

Το σχέδιο του Πούτιν

Στη σύνοδο κορυφής του Σεπτεμβρίου 2018, Πούτιν και Ερντογάν συμφώνησαν ότι πριν από τις 15 Οκτωβρίου θα πρέπει να έχει δημιουργηθεί μια αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη στην Ιντλίμπ, που θα διαχωρίζει τους ισλαμιστές αντάρτες από τις κυβερνητικές δυνάμεις του Άσαντ.

Ο Ερντογάν είχε δηλώσει για το θέμα αυτό:

«Η συριακή αντιπολίτευση θα παραμείνει εκεί που είναι, αλλά δεν θα επιτρέπεται να κινούνται [ριζοσπαστικές] ομάδες στον χώρο που θα καθορίσουμε από κοινού με τη Ρωσία. Τα όρια της αποστρατικοποιημένης ζώνης θα εποπτεύονται από κοινού με τους Ρώσους».

Παρ ‘όλα αυτά όμως, ένα πράγμα είναι πλέον σαφές, ότι ενώ η Τουρκία κατάφερε προσωρινά να σταματήσει την συρο-ρωσική εισβολή στο Ιντλίμπ, η Ρωσία παρακολουθεί στενά και ελέγχει πλήρως την κατάσταση.

Η συμφωνία απαιτεί από τους αποκαλούμενους «ριζοσπάστες» αντάρτες να αποχωρήσουν από την αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη και αν δεν το κάνουν, Ρωσία και Άσαντ θα έχουν το πρόσχημα να επιστρέψουν στο αρχικό τους σχέδιο και να εισβάλλουν στην Ιντλίμπ.

Αδιαμφισβήτητα το Κρεμλίνο θα ασκήσει σταδιακά πίεση στον Ερντογάν, καθιστώντας την Τουρκία υπεύθυνη για την μη εξάλειψη των «ριζοσπαστικών» ομάδων Τζιχαντιστών από την Ιντλίμπ.

Αυτό θα έκανε όμως την Τουρκία πιο ευάλωτη σε τρομοκρατικές επιθέσεις και μια ευάλωτη Τουρκία θα χρειαζόταν περαιτέρω βοήθεια από τη Ρωσία και τον νέο ηγεμόνα της περιοχής… τον Βλάντιμιρ Πούτιν.

Επομένως, είναι σαφές ότι η στρατηγική του Πούτιν δεν αφορά απλώς την στήριξη της Συρίας και του βασικού συμμάχου του, Άσαντ.

Αλλά αφορά την χρησιμοποίηση της σύγκρουσης για να εξοβελιστεί η επιρροή της δυτικής συμμαχίας σε Μ.Ανατολή και Α.Μεσόγειο και να φέρει σε στενότερη επαφή το ΝΑΤΟ με τη Μόσχα.

Φαίνεται ότι η Ρωσία δεν εγκατέλειψε ποτέ τη στρατηγική του Ψυχρού Πολέμου, κατά την οποία είχαμε αυξανόμενες εντάσεις μεταξύ συμμάχων του ΝΑΤΟ.

Πράγματι, ο Cengiz Çandar, ένας παλαίμαχος Τούρκος δημοσιογράφος και συγγραφέας, θεωρεί ότι ο Πούτιν αποδίδει τεράστια προτεραιότητα στην αποσύνθεση της δυτικής συμμαχίας για την υποστήριξη του συριακού καθεστώτος και του παραδοσιακού συμμάχου του.

Στο πλαίσιο αυτό, το αποτέλεσμα της πρόσφατης διάσκεψη κορυφής του Σότσι, μπορεί να θεωρηθεί ως επιτυχία του στόχου του Β.Πούτιν, να φέρει τον Ερντογάν πιο κοντά στη Ρωσία. Αυτό φαίνεται να είναι η «μεγάλη στρατηγική” του Ρώσου προέδρου.

Διάλυση του ΝΑΤΟ

Αν και τα τουρκικά συμφέροντα στη Συρία φαίνεται να συμφωνούν με αυτά της Δύσης και του ΝΑΤΟ, αυτή η αυξανόμενη ασύμμετρη εξάρτηση από τη Ρωσία, αναγκάζει τον Ερντογάν να κάνει μεγάλες παραχωρήσεις στην Μόσχα σε πολλά επίπεδα, από την ασφάλεια έως την οικονομία.

Η πρόσφατη κίνηση της Τουρκίας να αγοράσει πυραύλους S-400 από τη Ρωσία είναι το καλύτερο παράδειγμα αυτής της στρατηγικής.

Στην πραγματικότητα, η τροχιά αυτής της ασύμμετρης εξάρτησης εγείρει το ερώτημα, εάν η Τουρκία γίνεται ουσιαστικά πλέον «πληρεξούσιος» της Μόσχας.

Ένας «πληρεξούσιος» που είναι επίσης μέλος του ΝΑΤΟ, κινούμενος ως «μοχλός» στην παγκόσμια αναμέτρηση των Ρώσων με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.

Από την πλευρά του ΝΑΤΟ, η πολιτική προσέγγιση μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας έχει μέχρι στιγμής θεωρηθεί ως μια κίνηση τουρκικής «τακτικής».

Αλλά η μετατροπή αυτής της προσέγγισης σε μια αυξανόμενη ασύμμετρη αλληλεξάρτηση που θα ευνοεί τη Ρωσία, θα θέτει αυτόματα υπό αμφισβήτηση την ήδη εύθραυστη προσήλωση της Τουρκίας στη δυτική συμμαχία.

Και όσο η Τουρκία «εισχωρεί» όλο και περισσότερο στη συριακή διαμάχη, τόσο θα γίνεται όλο και πιο δύσκολο για τον Ερντογάν να απεμπλακεί από τον Πούτιν.

Με τη συριακή σύγκρουση στα σύνορά της, Ρωσία και Ιράν διαμορφώνουν όλο και περισσότερο την πολιτική της περιοχής, ενώ η Τουρκία γίνεται όλο και πιο φιλική προς τους εχθρούς του ΝΑΤΟ.

Η κατάσταση αυτή υποδηλώνει ότι για να επιτευχθεί ασφάλεια στα σύνορά της, μπορεί να ζητηθεί από την Τουρκία να παραιτηθεί από την συμμέτοχη της στο ΝΑΤΟ, αποδυναμώνοντας και άλλο την ήδη εύθραυστη ισορροπία της συμμαχίας.

loading...